Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ



Μίλα. 


Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.


Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.


Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».


Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.


Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.

Κική Δημουλά

Μοναξιά

                                         Μαρία Ψωμά

Γάντια Λευκά


                                             Νατάσα Χατζηδάκι

Η Σκέψη ανήκει στο Πένθος


Αντώνης Φωστιέρης

Του Ημερολογίου





          Γιάννης Υφαντής

Να θυμηθείς


Ηλίας Τασόπουλος 

Ο Καιόμενος


Τάκης Σινόπουλος

Απότομη αλλαγή

Η νύχτα και ο χρόνος


Γιώργος Παυλόπουλος

Το κορίτσι των δεκατριών χρόνων


Κώστας Ουράνης

Ζωή-Στο δάκρυ,στο χαμόγελο



Ελευθέριος Ξάνθος

Εφιάλτες, 3


Τώρα που αχνίζει πίσω μας
το μίζερο χωριό και τα χωράφια
σίγασε πια ο μέγας θρήνος
ο κίνδυνος απομακρύνθηκε
τώρα που προσπελάσαμε τα τείχη
ίσοι κι εμείς με τους αφέντες
ωραία εμπορεύματα θα βρούμε ν' αγοράσουμε
το πιο εκλεκτό χασίσι

στους πατρογονικούς μας ελαιώνες
ευγενικά ξενοδοχεία θα φυτρώσουν
μιαν άλλη γλώσσα θα μιλήσουν τα παιδιά μας
και δίπλα στους πυραύλους θα υψώνονται
ξένα φουγάρα

με τη χρυσόσκονη πια δεν θα φαίνεται η πληγή μας.


Τόλης Νικηφόρου

Σαν Σώματα....


        Γιώργος Μιχάκης

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Αυτοβιογραφία


Τάσος Λειβαδίτης

Προς νέες γυναίκες που αυτοκτόνησαν

Γιώργος Χ. Θεοχάρης


Γιώργος Χ. Θεοχάρης

INSOMNIA



Εδώ δεν είμαι πια, ούτε κι εκεί είμαι όμως
Ζω εδώ, ζω κι εκεί
Θέλω να φύγω, να πάω στα μέρη και τους τόπους
που πια μονάχα τις νύχτες επισκέπτομαι
ανάμεσα στη μία και στις πέντε
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
εκεί που μιλάνε τη γλώσσα της παιδικής μου ηλικίας
Στην αγκαλιά της μητέρας μου, να με νανουρίσει
Να καθήσουμε όλοι στα σκοτεινά μπροστά στο παράθυρο
και να περιμένουμε να φανεί ο γέρος εκείνος
που με τρόμαξε στο όνειρό μου
Κι από πίσω, μες στο σκοτάδι, να υπάρχουν διερμηνείς
γλωσσών υπαρκτών και ανύπαρκτων
και να μεταφράζουν τα αμετάφραστα
Μέχρι που να σηκωθεί ο μπαμπάς και να τους πει:
«Ουστ, κερατάδες. Πάρτε δρόμο. Εγώ γεννήθηκα το
εικοσιτρία. Αυτά γίνανε σαράντα χρόνια μετά.
Τι ήξερα; Πώς να το φανταζόμουνα. Ήμουν πτώμα
στην κούραση και το πρωί έπρεπε νάμαι στο χωράφι.
Τι προσπαθείτε τώρα να εξηγήσετε με λόγια;»
Και να ξεσπά με κατόπιν σε λυγμούς βωβούς
ο γέρος να λιώνει μαζί με τ' όνειρο, να
πνίγεται η φωνή του. Κι η γιαγιά να βγάζει
τα μαλλιά της από τις τσέπες και να τα καίει
πετώντας τα πάνω του. «Να, να, να.....»

Αυτό ήταν, τελείωσε. Απόψε έγινε αποκατάσταση της αγάπης.
Κοιμηθείτε τώρα κι αύριο το πρωί πάμε να μεταλάβουμε όλοι.



Παντελής Ηλιάδης

Ανέγγιχτο κόκκινο


Άπνοια.
Μόνο σκόρπιοι ψίθυροι στ΄ αρμυρίκια
και οι σκιές τους πάνω στην άμμο
σκοτεινές μορφές,
μνήμες που εξατμίστηκαν.

Μισοσβησμένα ίχνη της άλλης μου ζωής
και το βουνό του Πηλέα
-βουνό της έριδας-, θαμπό
το πρόσωπό μου
χαμένο στους μύθους.

Βυθίστηκα
σε υγρά σεντόνια,
θάλασσα
λεία μέχρι τον ορίζοντα
παραδομένη στη ζέστη.

Κι ο ήλιος έσμιγε με τα νερά.
σπίθες βουβές στα ρεύματα
βουλιάζανε ηδονικά,
μες στις θαλασσινές σπηλιές
με τα κρυφά περάσματα,
μες στις πληγές των φόβων μου
βαθιά,
σε θολό υγρό κι αιώνιο,
εκεί που ανθίζει κοράλλι
κόκκινο
σαν αίμα.

Μια φωτεινή αιχμή
Σε μήτρα σκοτεινή.
Άγγιξα μόνο μια ανταύγεια
ύπνου
όνειρο φευγαλέο,
πριν με ξυπνήσουν οι σκιές
-βοές της νύχτας.

Άδεια τα χέρια μου,
Και οι μηλιές κατάφορτες
λυγίζανε σε καταιγίδα,
παραθυρόφυλλα ανοιχτά,
τσακίζονταν σε πέτρινους τοίχους.

Και η θάλασσα ήσυχη
μισόκλειστα βλέφαρα στον ήλιο,
και τ΄ άνθος του βυθού ανέγγιχτο,
όσο καιγόταν ο ουρανός
κι έβρεχε πάνω μου στάχτη.


Κατερίνα Ζαχαριάδου

Οι φιλικές Σειρήνες


Νίκος Εγγονόπουλος

Συμπληγάδες Συγκρίσεις



















Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
'Ώσπου v' αρχίσει η παράσταση
βλέπω τι παίζεται πλαγίως
εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
την αναμονή.
Τετράγωνο περίπου σάν κουτί
παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής. 

Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τά κυνηγά.
Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.
Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εύρημα στεριανό.
Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
ολοφυρμό. Για λίγο
καταποντίζεται η ορατότης. 'Ώσπου
μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.
Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.
Και μείς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου.

Κική Δημουλά

Αμοργός


Νίκος Γκάτσος

Ἀρχὴ σοφίας


«Φρόνιμα καὶ ταχτικὰ πάω μὲ κεῖνον ποὺ νικᾷ».

Ὁ ἕνας

Λίγη δροσιά, οὐρανέ μου,
καὶ χάηδεμα τ᾿ ἀνέμου,
κελάηδημα πουλιοῦ,
ξανάνιωμ᾿ Ἀπριλιοῦ!

Ἀνάσ᾿, ἀνάσα λίγη!
Χρόνια ἡ θελιὰ μᾶς πνίγει.
Λίγη χαρὰ σ᾿ ἀφτὰ
τὰ σκοτεινὰ γραφτά!

Σοῦ πήρανε, λαέ μου,
τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
πατριδοκαταλύτες,
ξένοι καὶ ντόπιο ἀλῆτες!

Ὁ ἄλλος

Ἂν θέλεις νὰ χαρεῖς
τὴ λεφτεριά, νωρὶς
γίνε προδότης, γίνε!
Τιμή, ντροπὴ δὲν εἶναι.

Θά ῾ναι μαζί σου οἱ νόμοι
κι ἡ πλερωμένη γνώμη!
Πέτα τὴν ἀνθρωπιά σου
κι ἀπ᾿ τὸν ἀφέντη πιάσου!

Κι ἅμα σὲ φτύνει ἀφτός,
νὰ κάθεσαι σκυφτὸς
καὶ θά ῾χεις τὰ πρωτεῖα
στὴ σάπια πολιτεία.

Ὁ λαός

Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα
φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,
τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα,
μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!

Κώστας Βάρναλης


Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...


Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους

Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα

Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;


Μανώλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ



Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη

γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ

ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.


Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη

γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.
Κική Δημουλά